ευόριστος

εὐόριστος, -ον (Α)
1. αυτός που τηρείται εύκολα μέσα σε όρια («ἡ ἀτμὶς ὑγρὸν καὶ ψυχρόν, εὐόριστον μὲν γὰρ ὡς ψυχρόν», Αριστοτ.)
2. αυτός που μπορεί να οριστεί εύκολα, να καθοριστεί εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + οριστός (< ορίζω), πρβλ. ακαθ-όριστος, α-όριστος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐόριστος — easily bounded masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐόριστον — εὐόριστος easily bounded masc/fem acc sg εὐόριστος easily bounded neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοριστοτέρου — εὐόριστος easily bounded masc/neut gen comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοριστότερα — εὐόριστος easily bounded neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοριστότερος — εὐόριστος easily bounded masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορίστοις — εὐόριστος easily bounded masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορίστου — εὐόριστος easily bounded masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορίστους — εὐόριστος easily bounded masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐορίστῳ — εὐόριστος easily bounded masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐόριστα — εὐόριστος easily bounded neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.